RSS

Category Archives: Η ΑΥΓΗ

Αριστερά… πάθη [ο Τσίπρας, η Αυγή, το κόμμα, εμείς…]

Έμεινα άναυδος διαβάζοντας το κείμενο του Χριστόφορου Κάσδαγλη με τίτλο «Το λυκόφως της Αυγής» στη «Γαλέρα». Άναυδος και σχεδόν φοβισμένος, θα έλεγα. Πολλά απ’ όσα αναφέρει, τον τρόπο σκέψης και δράσης, δηλαδή, των κομματικών στελεχών του Συνασπισμού και παραπέμπουν σε καταστάσεις που τις πέρασα με πολύ πόνο – όχι βέβαια στον Συνασπισμό! Και στο ΠΑΣΟΚ παρόμοιες οι καταστάσεις, με αραχνιασμένους καρεκλοκένταυρους και γραφειοκράτες που κάνουν ότι τα ξέρουν όλα. Ωστόσο, εκείνο που με προβληματίζει για άλλη μια φορά είναι το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ επιμένει στο διάλογο με τον Συνασπισμό κι αυτό είναι τραγικό λάθος. Θεωρητικά μπορεί να έχει μια βάση. Θα πρέπει όμως να γνωρίζει κανείς ποιοι άνθρωποι στελεχώνουν τον Συνασπισμό και το ιδεολογικοπολιτικό φορτίο που διαχειρίζονται. Ξεκίνησε, λοιπόν, μια προσπάθεια να φτιάξουν την εφημερίδα τους, την «Αυγή» και σύμφωνα με όσα διαβάζαμε στις στήλες των άλλων εφημερίδων ή στα μπλογκ, πιστεύαμε κι εμείς ότι κάτι καλό θα προκύψει. Άλλωστε ο Κάσδαγλης καλό όνομα είχε στη δημοσιογραφική πιάτσα. Να όμως που τα φαινόμενα απατούν! Η πρώτη παράγραφος είναι της «Γαλέρας». Ακολουθεί το κείμενο του Κάσδαγλη:

Η νικηφόρα αναδιοργάνωση που χάθηκε, µε ονόµατα και διευθύνσεις.

Το κείµενο που ακολουθεί έχει απατηλά προσωπικό χαρακτήρα. Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης που το υπογράφει είχε κληθεί να αναλάβει το δύσκολο έργο της αναδιοργάνωσης της «Αυγής» και έχασε δυο µήνες απ’ τη ζωή του. Τελικά δεν τα κατάφερε, αλλά τα δηµοσιεύµατα του Τύπου έκριναν την εξέλιξη όχι µε όρους προσωπικούς/επαγγελµατικούς, αλλά ως πολιτικό ζήτηµα που αφορά τόσο την προοπτική της ιστορικής εφηµερίδας όσο και τις αντιστάσεις που συναντούν οι χειρισµοί της ηγεσίας του Συνασπισµού. Τελικά, η υπόθεση της «Αυγής» µάς αφορά όλους…

«Θέλουµε µια καινούργια «Αυγή»! Όχι απλώς να τη συµµαζέψουµε, αλλά να φτιάξουµε µια εφηµερίδα αντάξια της νέας δυναµικής που αναπτύσσει η ριζοσπαστική Αριστερά. Μια εφηµερίδα ανεπανάληπτη, που να µη µοιάζει µε τίποτα που να έχουµε ξαναδεί».

Στην άλλη άκρη της γραµµής ήταν ο Αλέξης Τσίπρας και έλεγε αυτά ακριβώς που θα ’θελα ν’ ακούσω για να πω το τελικό ναι. Είχαν προηγηθεί συζητήσεις µε τον Αντρέα Καρίτζη και τον Νίκο Βούτση, υπεύθυνους για το εγχείρηµα της δηµιουργίας οµίλου των ΜΜΕ του Συνασπισµού.

Πρώτα τα συναισθήµατα: Συγκίνηση, δέος, φόβος. Συγκίνηση, γιατί η ιστορικότητα της εφηµερίδας υπερβαίνει κατά πολύ τα πέτρινα χρόνια της εσωστρέφειας και της παραίτησης. Δέος, απέναντι στο στόχο να απογειωθεί µια εφηµερίδα που έχει πέσει επί χρόνια στο ναδίρ και κάθε σοβαρός επαγγελµατίας θα τη χαρακτήριζε εκδοτικά ξεγραµµένη (αλλά αυτό, φυσικά, διαβάζεται και ανάποδα). Φόβος, γιατί οι παθογένειές της έχουν δηµιουργήσει ένα δοµικό αδιέξοδο προφανές διά γυµνού οφθαλµού.

Η λογική τώρα: Μπορούσε το στοίχηµα να κερδηθεί; Υπήρχαν βέβαια στον Συνασπισµό, κυρίως από το Αριστερό ρεύµα, απόψεις ότι η «Αυγή» είναι ένα βαρίδι, ακριβό µάλιστα, χωρίς περιθώρια βελτίωσης. Θα ’πρεπε να κλείσει ή, το πολύ πολύ, να επανιδρυθεί µε τη µορφή µιας νέας, κυριακάτικης, εφηµερίδας.

Πείτε µε ροµαντικό, αλλά πίστευα ότι υπό προϋποθέσεις, ναι, η «Αυγή» µπορούσε να απογειωθεί! Ενώ ο άξονας της πολιτικής ζωής κινείται –µέσα σε ατµόσφαιρα κρίσης– προς τα αριστερά, ο ελληνικός Τύπος κινείται αντιστρόφως, καθηλωµένος σε εκδοτική δυσανεξία. Για να το πω αγοραία, ένα µεγάλο εκδοτικό κενό χάσκει στα αριστερά της κορεσµένης «Ελευθεροτυπίας». Το µάχιµο ερευνητικό ρεπορτάζ και ο αριστερός κριτικός λόγος είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ.

Γρήγορα αναδύθηκε ένα ρεαλιστικό εκδοτικό σχέδιο. Με πολύ χαµηλό κόστος, µε το υπάρχον δυναµικό συν λίγους αποφασισµένους δικούς µου συνεργάτες, µαζί µε ένα δίκτυο εθελοντών που έσπευδαν από παντού, µπορούσαν να γίνουν θεαµατικές τοµές. Πάνω απ’ όλα, υπάρχει η πολιτική και κοινωνική δυναµική του Συνασπισµού και του ΣΥΡΙΖΑ που συνάδει µε ένα τολµηρό και εξωστρεφές εκδοτικό εγχείρηµα.

Αλλά και πάλι, δεν λέω όλη την αλήθεια. Το πρώτο συναίσθηµα που µου προξένησε η πρόταση ήταν η απόλυτη έκπληξη! Δεν ανήκω στον Συνασπισµό, πολύ περισσότερο σε καµία από τις τάσεις του, και οι δηµόσιες σχέσεις µου δεν ήταν ποτέ να τις ζηλέψεις. Η αρθρογραφία µου, άλλωστε, ουδέποτε ήταν αγιογραφική για την ηγεσία του κόµµατος.

  • Μεγάλες προσδοκίες

Στέρεη βάση για το ξεκίνηµα ήταν µια ευρεία συµµαχία που φαινόταν να συνοµολογεί στο νέο εγχείρηµα. Η αριστερή πλειοψηφία του Συνασπισµού στις διάφορες αποχρώσεις της. Οι εργαζόµενοι της εφηµερίδας και του ραδιοσταθµού. Ακόµα και η µειοψηφούσα Ανανεωτική πτέρυγα, αν και αντιδρούσε στην ιδέα της δηµιουργίας του οµίλου, δεν διατύπωνε καµία ένσταση για τα προτεινόµενα πρόσωπα. Όλ’ αυτά ήταν δραµατικά αναγκαία, καθώς δεν µου διέφευγε ότι η δοµική αναδιοργάνωση της εφηµερίδας θα απαιτούσε µεγάλα ρίσκα –και γι’ αυτό σηµαντική στήριξη.

Ένα τεράστιο κύµα προσδοκιών εκδηλώθηκε µόλις ανακοινώθηκε το όνοµά µου. Συνάδελφοι µε τους οποίους είχα χρόνια να µιλήσω µε πήραν για να ευχηθούν, να προσφέρουν εθελοντική εργασία, να κάνουν προτάσεις. Σπουδαίοι επαγγελµατίες έσπευσαν να βοηθήσουν αφιλοκερδώς. Οµάδες του χώρου υπέβαλαν δικές τους ιδέες.

Βρέθηκα εκείνες τις µέρες στο Φεστιβάλ του Συνασπισµού, κι όλοι ήθελαν να πουν µια κουβέντα, να ρίξουν µια ιδέα, να συµβάλουν –άνθρωποι από όλες τις τάσεις του κόµµατος και τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, που έδιναν ψήφο εµπιστοσύνης όχι σε µένα προσωπικά αλλά στο νέο εγχείρηµα.

  • Για ένα άδειο πουκάµισο

Ένας περίεργος διάλογος εξελισσόταν ωστόσο µέσα από τις σελίδες της «Αυγής», ενόψει της συνέλευσης των µετόχων. Ο φόβος ήταν ότι θα επιχειρηθεί η κοµµατικοποίηση του φύλλου. Οι σύντροφοι που υπεραµύνονταν της αυτονοµίας της εφηµερίδας επικαλούνταν ένα µακρινό παρελθόν, στη δεκαετία του ‘60. Συµφωνώ, αλλά η εφηµερίδα που είχαν τότε δίπλα στο εικόνισµα δεν έµοιαζε και πολύ µε το γεροντοκορίστικο φύλλο που έχει σήµερα 1.500 αναγνώστες καθηµερινά και 5.000 τις Κυριακές. Κι όλη αυτή η συζήτηση περί αυτονοµίας τι ήταν; Πράγµατι, οι πολιτικές θέσεις της εφηµερίδας απείχαν συστηµατικά από τις θέσεις του κόµµατος, µπατάροντας µονίµως προς τις απόψεις τής µειοψηφίας, εξωραΐζοντας το ΠΑΣΟΚ, φλερτάροντας συστηµατικά µε το σενάριο της Κεντροαριστεράς και αποσιωπώντας σε µόνιµη βάση τον ΣΥΡΙΖΑ, τις συνιστώσες του και τη δυναµική του. Πέραν αυτού, όµως, η «Αυγή» έρεπε πεισµατικά προς τη στείρα αναπαραγωγή των δελτίων Τύπου του Συνασπισµού (όταν δεν προέβαινε στην τυπική αναµετάδοση των συντηρητικών ειδήσεων του Αθηναϊκού Πρακτορείου). Καµία έµπνευση, καµία ερευνητική διάθεση, κανένα κοινωνικό σκίρτηµα, κανένα κλείσιµο του µατιού στον αναγνώστη, καµία καλλιέπεια λόγου, αισθητικής και ύφους. Ποια ήταν η αυτονοµία και ποια η δηµοσιογραφία που υπερασπίζονταν;

Αυτό που κανείς δεν ανέφερε στο διάλογο ήταν ότι επίσης πρόκειται για αυτονοµία… δανεική. Τα έσοδα της «Αυγής» δεν προέρχονται κυρίως από τις πωλήσεις, αλλά από µια ευφυή, πλην εντελώς απολίτικη, προσέλκυση εσόδων από ισολογισµούς και διακηρύξεις του Δηµοσίου, γεγονός που έχει προ πολλού οδηγήσει σε πλήρη επανάπαυση σε σχέση µε την ποιότητα, άρα και την κυκλοφορία, της εφηµερίδας. Αλλά και πάλι, τα ίδια στελέχη που υπεραµύνονταν δηµοσίως της αυτονοµίας, ιδιωτικώς προσέρχονται τακτικά στον Συνασπισµό ζητώντας κάλυψη των –όχι ασήµαντων– ελλειµµάτων. Αυτονοµία µε ξένα κόλλυβα…

Η συνέλευση είχε τελικά –ύστερα από µια αναβολή– αίσιο (;) τέλος. Εγκρίθηκε η προοπτική του οµίλου και εξελέγη νέο διοικητικό συµβούλιο. Την τελευταία στιγµή µπήκαν στο Δ.Σ. και τρία µέλη της Ανανεωτικής πτέρυγας. Προσωπικά, δεν είχα αντίρρηση· οι αποκλεισµοί βλάπτουν. Εξάλλου, τρεις στους δεκαπέντε ήταν, τι θα µπορούσαν να κάνουν; Σ’ αυτή την εκτίµηση, πάντως, δεν συµφωνούσαν όλοι. Ο συµβιβασµός δηµιούργησε στο εσωτερικό της εφηµερίδας µια αντισυσπείρωση και όξυνε την υφέρπουσα αµφισβήτηση για τις προθέσεις της ηγεσίας του Συνασπισµού. Τα συναισθήµατα αυτά υποδαυλίστηκαν συστηµατικά από όσους απεργάζονταν ήδη τη µαταίωση του εγχειρήµατος, οι οποίοι πολύ σύντοµα έµελλε να προχωρήσουν σε αγαστή συνεργασία –τι ειρωνία!– µε τους στυλοβάτες της Ανανεωτικής πτέρυγας.

  • Εκβιασµοί

Παραµονή της πρώτης συνεδρίασης του Δ.Σ. άρχισαν οι εκβιασµοί, µε άξονα την επικείµενη έγκριση της υποψηφιότητάς µου από τη συνέλευση των εργαζοµένων –πάγια παράδοση της εφηµερίδας. Ένας καθ’ όλα ριζοσπαστικός θεσµός, η συµβουλευτική διατύπωση γνώµης από τη συνέλευση των εργαζοµένων για τον νέο διευθυντή, επιχειρούνταν να µετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησής του. Εκτός από το εκδοτικό σχέδιο, πρέπει να φέρεις και τα ονόµατα του επιτελείου. «Αν επιλέξεις τον Πάικο, δεν σε ψηφίζουµε. Τι ανανέωση θα κάνεις µε τον άνθρωπο που έχει ταυτιστεί µε την “Κυριακάτικη Αυγή” µια εικοσαετία;».

Δεν ήθελα να κόψω τον Βασίλη Πάικο. Για µένα το επαγγελµατικό κριτήριο είναι κατεξοχήν πολιτικό. Δεν γίνεται η πρώτη µου κίνηση να είναι να καρατοµήσω έναν καλό επαγγελµατία (η «Αυγή», άλλωστε, δεν έχει πολλούς…). Κι έπειτα, ποιος είναι ο πραγµατικός συµβολισµός; Να κόψεις τον Πάικο ή να φροντίσεις να ενταχθεί στη νέα φιλοσοφία; Πώς, δηλαδή, τόσοι αριστεροί δουλεύουν επαξίως στα αστικά ΜΜΕ; Ο Φίλης, που δουλεύει τα σαββατοκύριακα στο ραδιόφωνο της Γιάννας, αριστερό δελτίο ειδήσεων φτιάχνει ή αυτό που του υπαγορεύει η εκδοτική πολιτική του σταθµού;

Στο πρώτο διοικητικό συµβούλιο έπρεπε να αντιµετωπιστεί ένας νέος πονοκέφαλος. Η απαίτηση των δύο εκπροσώπων των εργαζοµένων να µην τοποθετηθεί ο διευθυντής αν δεν προηγούνταν η ψηφοφορία στη συνέλευσή τους (παρά τον συµβουλευτικό χαρακτήρα που η διαδικασία είχε ανέκαθεν), βρήκε απρόσµενο συµπαραστάτη τον πρόεδρο του Δ.Σ. Αριστείδη Μανωλάκο. Η αδιαλλαξία του Μανωλάκου παρακάµφθηκε σχετικά εύκολα, µε τη βοήθεια της πλειοψηφίας του Δ.Σ. Το πρόβληµά µου ήταν ότι δεν θα ’πρεπε σε καµία περίπτωση να προχωρήσουµε µε τους εργαζόµενους κόντρα. Ζήτησα να αναβληθεί η απόφαση ώστε να συζητήσω µε την επιτροπή των εργαζοµένων και να αρθούν οι όποιες καχυποψίες. Η απόφαση απεδείχθη πάντως καθοριστική, καθώς έδωσε τον απαραίτητο χρόνο για να οργανωθεί η περαιτέρω υπονόµευση των αποφάσεων της συνέλευσης των µετόχων.

  • Αποδόµηση

Την άλλη µέρα, Σάββατο, συναντήθηκα µε τον Πάικο και του εξήγησα ότι, αν και είχα την πρόθεση, δεν θα τον πρότεινα για τη θέση του αρχισυντάκτη στο κυριακάτικο φύλλο. Το δέχτηκε µε αξιοπρέπεια, νοµίζω, και µε σαφή επίγνωση τού τι ακριβώς συνέβαινε.

Αµέσως µετά ξέσπασε ο γκεµπελισµός.

Εδώ πρέπει να κάνω µια παρένθεση. Είπαµε ότι η δουλειά ήταν δύσκολη. Χρειαζόταν µεγάλη προσπάθεια, αυτοθυσία, ταλέντο, συλλογικότητα, έµπνευση και πολλά άλλα. Ένα από τα θετικά στοιχεία της υποψηφιότητάς µου ήταν η ύπαρξη µιας µάχιµης δηµοσιογραφικής οµάδας από την οποία θα αντλούσουµε έτοιµους συνεργάτες που δέχονταν να δουλέψουν σκυλίσια, µε λίγα λεφτά και µεγάλη πίστη. Άνθρωποι µε τους οποίους δέκα χρόνια τώρα δουλεύουµε µαζί και φέρνουµε αποτελέσµατα.

Ένας απ’ αυτούς είναι ο Αντώνης Χατζής, πολύπειρος δηµοσιογράφος (µόνιµος συνεργάτης της ΓΑΛΕΡΑΣ). Παρεµπιπτόντως, είναι και µέλος του Συνασπισµού. Ο Αντώνης αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο για την επιτυχία του σχεδίου. Όπως διαπίστωσα µε έκπληξη, η «Αυγή» ουδέποτε κλείνει στην ώρα της (και συχνά φτάνει γι’ αυτό το λόγο καθυστερηµένα στα περίπτερα), κατάσταση εντελώς απαράδεκτη για µια εφηµερίδα που σέβεται τον εαυτό της. Πράγµατα που αλλού είναι αυτονόητα εδώ δεν ήταν, και ο Αντώνης ήταν ο άνθρωπος που µπορούσε να τα εξασφαλίσει. Το έχει κάνει πολλές φορές.

Όλο το σαββατοκύριακο τα τηλέφωνα βούιζαν από µια καµπάνια που είχε σκοπό να αποδοµήσει την υποψηφιότητα του Χατζή, µε την κατηγορία ότι είναι… ΠΑΣΟΚ. Είχαν ψάξει στο Ίντερνετ, τον είχαν κάνει φύλλο και φτερό και είχαν βρει δυο κείµενα που είχε κάποτε υπογράψει, το ένα υπέρ της υποψηφιότητας του Γιωργάκη στο ΠΑΣΟΚ (µε τον οποίο συνδέεται από τον καιρό της δικτατορίας) και το άλλο υπέρ της Κεντροαριστεράς (µαζί µε πολλούς άλλους Συνασπισµένους).

Θα µπορούσα να απαντήσω λέγοντας ότι δεν ζητάµε εδώ µέλος του Πολιτµπιρό αλλά έναν ικανό δηµοσιογράφο. Επέλεξα άλλο δρόµο: «Αν δεν έρθει ο Χατζής δεν έρχοµαι κι εγώ!». Μερικές φορές δεν συµφωνώ µαζί του, αλλά ο καθένας έχει το δικαίωµα εν έτει 2008 να υπογράφει ό,τι θέλει, και η ουσία είναι ότι ο Αντώνης, κοµµουνιστής από την κούνια (ποια κούνια, δηλαδή, στη φυλακή γεννήθηκε όπου ήταν κλεισµένη η µάνα του), µέλος της νεολαίας ΕΔΑ από τα δεκατέσσερά του, πολιτικός πρόσφυγας στη Σουηδία, και πάντα ενεργός πολιτικά, είναι πιο αριστερός από όλους εµάς τους υπόλοιπους µαζί.

Φυσικά ο στόχος δεν ήταν ο Χατζής· ήταν να ανατραπεί η απόφαση της συνέλευσης των µετόχων. Να µην αναλάβω καν. Να µην υπάρξει ούτε το παραµικρό δείγµα γραφής.

  • Το µπλόκο της Κουµουνδούρου

Τη Δευτέρα πραγµατοποιήθηκε η συνάντηση µε την επιτροπή των εργαζοµένων. Τους ανέλυσα το εκδοτικό σχέδιο και φάνηκε να τους αρέσει. Συµφωνήσαµε επίσης ότι θα ήταν αδύνατον να παρουσιάσω όλα τα ονόµατα του επιτελείου, αφού δεν ήξερα καν όλους τους ανθρώπους της εφηµερίδας, κι ότι αρκούσε να ανακοινώσω τους αρχισυντάκτες. Διέψευσα τις φήµες που κυκλοφορούσαν για καραβιές στελεχών που θα έφερνα απέξω. Θα έρχονταν µόλις δύο στελέχη (Αντώνης Χατζής και Χρήστος Αλεφάντης, σεσηµασµένος Γαλερίστας επίσης), αφού ούτε η πρόθεση υπήρχε ούτε η δυνατότητα για περισσότερους. Έθεσαν και το θέµα Χατζή, αλλά συµφώνησαν, έστω και χωρίς ενθουσιασµό, ότι δεν ήταν της αρµοδιότητάς τους αλλά του Συνασπισµού.

Ο δρόµος φαινόταν πλέον ανοιχτός. Όχι όµως. Θεωρήθηκε χρήσιµο να γίνει και µια κοµµατική συνάντηση µε στελέχη της εφηµερίδας, προκειµένου να δροµολογηθούν τα πράγµατα χωρίς περαιτέρω κραδασµούς. Εκεί όλα ανατράπηκαν. Μανωλάκος, Φίλης και Στούµπος µού επετέθηκαν σκαιότατα για τον Χατζή. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Χουντής έκοψαν τη σχετική συζήτηση δηλώνοντας την εµπιστοσύνη τους στην πρότασή µου, βγήκε στη µέση άλλο φασούλι. Ενώ τις προηγούµενες µέρες ξεσήκωναν τους εργαζόµενους για τον κόσµο που θα έφερνα, ανακάλυψαν ξαφνικά ότι η πρόταση ήταν πολύ φτωχή, ότι δεν εκπροσωπούσε τον «όλο Συνασπισµό» (διάβαζε ότι δεν εκπροσωπούνταν επαρκώς το πλειοψηφούν Αριστερό ρεύµα) και ανέφεραν διάφορα ονόµατα που είχαν δηλώσει διαθεσιµότητα και δεν τους είχα δώσει τη δέουσα σηµασία. Μεταξύ άλλων ανέφεραν και το όνοµα του Θανάση Καρτερού, αξιόλογου δηµοσιογράφου και δηµιουργού του «Κόκκινου». Θα ’λεγε κανείς ότι πήγαιναν πλέον να µε θέσουν υπό κανονική κηδεµονία, αν δεν ήταν πασιφανές ότι το Αριστερό ρεύµα ήταν µονάχα η πρόφαση.

Ανταπάντησα ότι τα ονόµατα αυτά είχαν ήδη τεθεί υπόψη µου µε φορτικότητα, και ότι είχα καταστήσει σαφές πως, µε εξαίρεση τον Καρτερό, δεν κάλυπταν τα επαγγελµατικά κριτήριά µου. Κι όσο για την πολιτική διάσταση, τα συγκεκριµένα πρόσωπα ούτε ιδιαιτέρως γνωστά είναι ούτε συµβολίζουν κάτι. Ο Καρτερός, µάλιστα! Και ικανότατος είναι, και στο Πολυτεχνείο ήταν, και το όνοµά του θα συµβόλιζε πράγµατι τη διεύρυνση του επιτελείου ώστε να καλύψει την παραδοσιακή αδυναµία της «Αυγής» να απευθυνθεί στους προερχόµενους από το ΚΚΕ. Αλλά µε τον Καρτερό βρισκόµουν σε συνεχή επικοινωνία µε σκοπό την εµπλοκή του στην εφηµερίδα, και είχαµε από κοινού συµφωνήσει να δροµολογήσουµε το θέµα αφού αναλάβω τη διεύθυνση.

Εν συνεχεία µου ζητήθηκε να αναφέρω τα ονόµατα των αρχισυντακτών στους οποίους είχα καταλήξει (Φίλης, Κυρίτσης –άλλος Γαλερίστας– και Χατζής), αλλά όλα βρίσκονταν πια στον αέρα.

Το ίδιο απόγευµα µε φώναξαν στην Κουµουνδούρου και µου πρότειναν να αναλάβω τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου του οµίλου, αντί του διευθυντή της εφηµερίδας, προκειµένου να διευθετηθεί η κρίση αλλά και να διασφαλιστεί η επιτυχία του συνολικού σχεδίου, έστω κι αν η «Αυγή» φαινόταν ανεπίδεκτη αναδιοργάνωσης. «Ας αναλάβει ο Φίλης (ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν είχε επανειληµµένα αρνηθεί τη θέση), έτσι που τα κατάφερε…».

Ίσως έπρεπε να αρνηθώ εκείνη τη µέρα, αλλά δεν συνηθίζω να τα παρατάω εύκολα. Εξάλλου χρωστούσα κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, έστω κι αν δεν µε ικανοποιούσε ο τρόπος µε τον οποίο αποδέχονταν µια ήττα όπως αυτή.

  • Τιµωρηµένος

Τα υπόλοιπα δεν αξίζουν πολλά λόγια. Η «Αυγή» δεν θέλει ν’ αλλάξει, και τα στελέχη της (γιατί οι απλοί εργαζόµενοι είναι άλλη υπόθεση, ασχέτως αν εκείνοι στο τέλος θα πληρώσουν ως συνήθως τη νύφη) είναι διατεθειµένα να καταβάλουν οποιοδήποτε τίµηµα γι’ αυτό.

Η υποψηφιότητά µου για τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου συνάντησε ακόµα πιο πολλές αντιδράσεις. Αυτή τη φορά και η Ανανεωτική πτέρυγα βγήκε στο προσκήνιο. Το Δ.Σ. µε ψήφισε µε τη δεύτερη. Χρειάστηκε προηγουµένως να υποστώ µια άκρως προσβλητική διαδικασία όπου µου ζητήθηκε βιογραφικό σηµείωµα, εκφωνήθηκαν δυνατά οι αρµοδιότητες του διευθύνοντος συµβούλου –ώστε να αντιληφθεί το Δ.Σ. πόσο σοβαρές είναι και γιατί δεν αξίζω να τις ασκήσω– και εξαναγκάστηκα να αποχωρήσω από την οµόρρυθµη εταιρεία µέσω της οποίας βγάζω το ψωµί µου επειδή δεν υπήρχε απόφαση της συνέλευσης των µετόχων που να µου επιτρέπει τέτοια δραστηριότητα. Ανάλογη υπόδειξη στον Φίλη, για τη δεύτερη δουλειά του τα σαββατοκύριακα, δεν έγινε.

Δεν άσκησα τα καθήκοντα ποτέ –τουλάχιστον όσον αφορά την «Αυγή». Κατά τη διάρκεια των 25 ηµερών που διατέλεσα διευθύνων σύµβουλος δεν µου δόθηκε ούτε ένα χαρτί να υπογράψω. Το όνοµά µου δεν µπήκε ποτέ στην ταυτότητα της εφηµερίδας. Είδα κι έπαθα να αποκτήσω –δύο βδοµάδες µετά– γραφείο. Δεν υπήρξε καµία στιγµή χαράς ή δηµιουργικότητας, παρά µόνο ενόσω συνεργαζόµουν µε τον Γιώργο Ανανδρανιστάκη (ακόµα ένας Γαλερίστας), διευθυντή του ραδιοσταθµού, ή τον Ματθαίο Τσιµιτάκη, διευθυντή τής υπό διαµόρφωση εταιρείας Ίντερνετ. Από πάνω, µε αποκάλεσαν γιέσµαν, εγκάθετο του Τσίπρα, και τεµπέλη.

Η βασική συνταγή, πάντως, παρέµεινε η ίδια: αποδόµηση των συνεργατών µου. Αυτή τη φορά επικεντρώθηκαν στη µη πρόσληψη επιχειρησιακού διευθυντή. Ο υποψήφιος για τη θέση είχε εντοπιστεί προτού τεθεί θέµα να αναλάβω τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου. Απλώς ο συγκεκριµένος άνθρωπος είχε το ελάττωµα να έχει προταθεί από µένα. Είχα βαρεθεί ν’ ακούω τους πάντες να λένε ότι χρειαζόµαστε κάποιον να αναλάβει τα οικονοµικά και τα εµπορικά θέµατα, που έπασχαν, αλλά κανείς να µην κάνει τίποτα, οπότε πρότεινα τον Ηλία Μοναχολιά, έµπειρο στέλεχος της αγοράς µε πολυετή πείρα σε ανάλογες ή και πιο υπεύθυνες θέσεις. Στην πραγµατικότητα η θέση (ας µη µιλάµε καλύτερα για τα λεφτά) έπεφτε λίγη σε σχέση µε τα προσόντα του. Αλλά ο Ηλίας τη δέχτηκε, λειτουργώντας όχι ακριβώς µε το συναίσθηµα, αλλά συνυπολογίζοντας τον πολιτικό σκοπό, τη γοητεία των µέσων, την πρόκληση του καινούριου, τον υψηλό βαθµό δυσκολίας, τη συλλογικότητα.

Χρειάστηκαν τρεις συνεδριάσεις του Δ.Σ., το οποίο είχε πλέον εκφυλιστεί σε µαζικό χώρο µε ρευστές συµµαχίες, ώσπου να αποφασιστεί η πρόσληψή του –κι όταν αυτό έγινε ήταν πλέον αργά. Η απόφαση ήταν να προσληφθεί µε σύµβαση έργου µόλις για δύο µήνες για να κάνει µελετητική δουλειά, την ίδια ώρα που ανακοινωνόταν ότι ο εισπρακτικός µηχανισµός έχει καταρρεύσει και ο κίνδυνος να µη δοθεί στους εργαζόµενους δώρο Χριστουγέννων ήταν ορατός! Σιγά µην τους ένοιαζε το δώρο των εργαζοµένων.

Το µέτωπο ολόκληρου του µηχανισµού της «Αυγής», ανεξαρτήτως πολιτικών απόψεων, λειτουργούσε πλέον ενιαία. Πέρα από την ψυχολογική αποµόνωσή µου, µια νέα καµπάνια ξέσπασε προς τα ηγετικά κλιµάκια του Συνασπισµού, που βρέθηκαν µπόσικοι υπό το φόβο του πολιτικού κόστους, προκειµένου να περιοριστούν οι αρµοδιότητές µου και να καταστεί η παρουσία µου διακοσµητική.

Στα δικά µου µάτια, η παρουσία µου ήταν απλώς περιττή. Παραιτήθηκα το πρωί της 6ης Νοεµβρίου µετά την πέµπτη –άγονη, όπως και οι προηγούµενες– συνεδρίαση του Δ.Σ.

Ήταν η εποµένη της εκλογής του Μπαράκ Οµπάµα. Κρίµα… Είχα τεράστια πολιτική και δηµοσιογραφική περιέργεια να ζήσω µαζί µε τους συναδέλφους το πώς µια µοντέρνα αριστερή εφηµερίδα θα διαχειριζόταν το γεγονός. Πώς θα αναλύσεις τα δάκρυα της γριάς νέγρας, πώς θα κοιτάξεις στα µάτια την πολιτική ορθότητα του Νόαµ Τσόµσκι, πώς θ’ αγκαλιάσεις τις µάζες που µπαίνουν στο προσκήνιο χωρίς να χαθεί τίποτα από την εγρήγορση του αριστερού, που πρέπει να αναµετρηθεί µε το γεγονός ότι τώρα δεν µπορεί πια να πει στον πλανητάρχη «Ναι, αλλά εσείς καταπιέζετε τους… µαύρους», που πρέπει ν’ αδράξει τη στιγµή χωρίς να επιτρέψει στον κίνδυνο τής αυριανής αυταπάτης να ακυρώσει την ευκαιρία.

Αντί για όλ’ αυτά έγραφα την επιστολή της παραίτησής µου, ευχαριστώντας τον πρόεδρο και τα µέλη του Δ.Σ. για την… άψογη συνεργασία.

Ήµουν ήδη βαριά άρρωστος. Αυγήτιδα; Συνασπισµίαση; Κάτι σαν µαγουλάδες και ανεµοβλογιά ταυτοχρόνως. Το είχα πάθει στα επτά µου. Ήταν φρικτό.

  • Low budget

H ειρωνεία είναι ότι τώρα κλαίγονται για τα λεφτά που δεν τους δίνουν, ενώ το σχέδιο απογείωσης της «Αυγής» δεν βασιζόταν επ’ ουδενί σε οικονοµικά ανοίγµατα –το αντίθετο! Για λόγους αρχής, πολιτικούς, εκδοτικούς και δηµοσιογραφικούς.

Επρόκειτο για ένα εκδοτικό σχέδιο οι βασικές αρχές του οποίου εκτέθηκαν στα στελέχη της εφηµερίδας συναντώντας µονάχα συναινέσεις: Ταχύτατη αναµόρφωση του φύλλου µέσα σε λίγες εβδοµάδες και δηµιουργία µιας ολοκαίνουριας «Αυγής» µέσα σε δυόµιση µήνες, σχεδιασµένης από τον κορυφαίο ντιζάινερ Δηµήτρη Αρβανίτη, µε νέα δοµή, νέα θεµατολογία και ένθετα, αλλά κυρίως µε αποθέωση του ερευνητικού ρεπορτάζ, της κριτικής σκέψης, του µεθοδικού ανοίγµατος δυναµικών κοινωνικών και πολιτικών µετώπων, της αµφίδροµης επικοινωνίας µε τους αριστερούς πολίτες.

Αυτό ήταν το δηµοσιογραφικό σχέδιο που µαταίωσαν εν ονόµατι µιας δήθεν αριστερής άποψης για την εφηµερίδα –στην πραγµατικότητα µιας υπερσυντηρητικής αντίληψης βάσει της οποίας µια εφηµερίδα της Αριστεράς οφείλει να είναι µίζερη, ακαλαίσθητη και ερασιτεχνική –σε πείσµα των καιρών και προς τιµωρία των ηρωικών αναγνωστών της.

  • Κοινός τόπος

Την εποµένη της παραίτησής µου κάθησα ν’ απαντήσω σε όλους εκείνους που είχαν υποβάλει τις προτάσεις τους και είχαν δηλώσει τη διαθεσιµότητά τους για το εγχείρηµα της νέας «Αυγής» –και τώρα δεν ήξερα πώς να τους ενηµερώσω. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Δηµήτρης Κουµάνταρος. Μου απάντησε συνοψίζοντας τα πάντα σε 5 λέξεις: «Χριστόφορε, τα έµαθα –τα φοβόµουν».

  • Τα πρόσωπα

Κώστας Κάρης. Τέως διευθυντής της «Αυγής» –την τελευταία δεκαετία. Τώρα είναι β’ αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Εγκλωβισµένος στη µιζέρια της «Αυγής», ταυτίστηκε µε τη χειρότερη περίοδο της µακράς ιστορίας της. Ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις αναγνωρίζει ότι «αποτύχαµε», στον δηµόσιο λόγο του υπερασπίζεται όλα τα πεπραγµένα. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δέχτηκε (φαινοµενικά τουλάχιστον) θετικά την απόφαση να αναλάβω τη διεύθυνση της εφηµερίδας, ενώ πάλεψε λυσσαλέα –και χωρίς αρχές– για να µη γίνω διευθύνων σύµβουλος. Έχει να κάνει µε την ιδιοκτησιακή αντίληψή του –όπως και όλης της Ανανεωτικής πτέρυγας– για την εφηµερίδα. Οι παραδοσιακοί επιχειρηµατίες σε δέχονται ως διευθυντή στο µαγαζί τους αν πρόκειται να τους το στρώσεις. Όχι όµως και να αµφισβητείς ποιος είναι το αφεντικό…

Νίκος Φίλης. Δηµοσιογράφος παλαιάς κοπής, πλήρως αποκοµµένος από τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Προ καιρού µού έκανε κρούση να συµβάλω στην αναδιοργάνωση της «Αυγής», δεν έδωσε όµως συνέχεια. Την τελευταία δεκαετία ήταν το Νο2 της εφηµερίδας, αποτελώντας –ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές διαφωνίες του– µέρος του προβλήµατος. Αρνήθηκε µε απόλυτο τρόπο στις κρούσεις που του έγιναν να αναλάβει τη διεύθυνση της εφηµερίδας, θεωρούµενος φυσικός διάδοχος του Κάρη. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο αποφάσισε να πρωτοστατήσει στο σαµποτάρισµα των αποφάσεων της συνέλευσης των µετόχων για να διεκδικήσει τη θέση που επίµονα είχε αρνηθεί. Το σύστηµα της «Αυγής» είχε υποτιµήσει το σχέδιο της αναδιοργάνωσης της εφηµερίδας. Όταν διαπίστωσαν ότι η «Αυγή» δεν θα ξαναήταν ποτέ πια η ίδια, ο κλήρος έπεφτε νοµοτελειακά στον Νίκο, ακόµα κι αν διακινδύνευε τη δεύτερη δουλειά του. Κι όσο γι’ αυτήν, η οµερτά της «Αυγής» λειτούργησε αποτελεσµατικά…

Αριστείδης Μανωλάκος. Φίλης και Κάρης δεν θα είχαν ούτε µία πιθανότητα να αναβιώσουν το νοσταλγικό κλίµα της παλιάς «Αυγής» αν δεν είχαν τον Μανωλάκο να πιέζει, να απειλεί, να διαπραγµατεύεται µε τους κοµµατικούς. Όταν πρωτοπληροφορήθηκα τη σύνθεση του διοικητικού συµβουλίου είχα νιώσει µεγάλη χαρά και τηλεφώνησα αµέσως στον φίλο µου, τον συνάδελφο από την «Ελευθεροτυπία», τον πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ µε τις αγωνιστικές περγαµηνές. Ως πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, ο Αριστείδης είχε µια παράξενη ροπή προς την παραίτηση. Ως πρόεδρος του Δ.Σ. της «Αυγής» είχε ροπή µόνο προς την… απειλή παραίτησης. Σε πλήρη σύγχυση ως προς το ρόλο του, εργοδότης και συνδικαλιστής µαζί, απέτυχε ήδη και στα δύο. Κρίµα, αρχηγέ…

Δηµήτρης Στούµπος. Τον γνώριζα µόνο από τις συνεδριάσεις της συνδικαλιστικής παράταξης των δηµοσιογράφων. Από την άλλη, εικοσιδύο χρόνια µακριά από κοµµατικές διαδικασίες, είχα ξεχάσει εκείνο το κοµµατικό ήθος που νοµιµοποιεί κάθε είδους προσωπικό τραµπουκισµό, στο όνοµα της ιδεολογίας. Κακώς, γιατί στην εποχή µου τα έχω κάνει και τα έχω υποστεί όλ’ αυτά –κι έπειτα, δεν ήταν δα και τόσο άσχετα µε την εικοσιδιάχρονη τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων… Ε, ας είναι καλά ο Δηµήτρης που µου θύµισε τα νιάτα µου.

  • Ο όµιλος έγινε… µύλος

Κάτι ήξεραν, Αλέξη, οι προηγούµενοι πρόεδροι και δεν ακούµπαγαν την «Αυγή». Έδιναν 150 χιλιάρικα το χρόνο και ησύχαζαν. Κι αν η εφηµερίδα ακολουθούσε τον δικό της το χαβά από άποψη πολιτικής γραµµής, µικρό το κοινό, µικρό και το κακό.

Η νέα ηγεσία του Συνασπισµού αποφάσισε, λοιπόν, ύστερα από τόσα χρόνια να λύσει το πρόβληµα. Το σχέδιο ήταν εµπνευσµένο, εφηµερίδα, ραδιόφωνο και Ίντερνετ αλληλοτροφοδοτούµενα, αλλά τα λάθη πολλά:

• Χάθηκε πολύτιµος χρόνος µε ανυπόστατες υποψηφιότητες (π.χ. Παύλος Τσίµας), καλές µόνο για να αναφέρονται στις στήλες των µίντια.

• Το σχέδιο παρέµεινε επί µήνες µια αφηρηµένη προοπτική, που πήρε σάρκα και οστά µε τη µορφή µερικών ονοµάτων µόνο, και όχι µιας καλά σχεδιασµένης δοµής και µιας αλληλουχίας πρωτοβουλιών που θα εγγυόνταν το αποτέλεσµα.

• Το Δ.Σ. που προτάθηκε στη συνέλευση των µετόχων ήταν φτιαγµένο περισσότερο µε όρους κύρους και δηµοσιότητας, και όχι µε όρους επιχειρησιακούς. Κι όταν, τελευταία στιγµή, µπήκαν οι τρεις ανανεωτικοί, η σύνθεσή του ήταν πλέον εντελώς ακατάλληλη, και από επιτελικό εργαλείο κατάντησε µαζικός χώρος που αγόταν και φερόταν από ευκαιριακές συµµαχίες.

• Όταν φάνηκε ότι το σχήµα δεν προχωρούσε, κυριάρχησε ο φόβος του πολιτικού κόστους και των εσωκοµµατικών ισορροπιών –τα λάθη διορθώνονταν µε νέα λάθη, παρά τις φιλότιµες προσπάθειες και την πολιτική επιµονή του Αντρέα Καρίτζη.

Συµπέρασµα: Εντάξει, να κάτσουµε να φάµε και ένα και δύο και τρία γκολάκια. Για να έχει νόηµα όµως η ιστορία, θα έπρεπε να βάλουµε τουλάχιστον τέσσερα. Δεν βάλαµε ούτε ένα…