Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης, Η Καθημερινή, 06/07/2008
Η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός επιμένουν ότι ο μόνος αδιάβλητος τρόπος να διερευνηθούν οι κατηγορίες περί σκανδάλων και διαφθοράς είναι ο τρόπος της Δικαιοσύνης. Να υπενθυμίσουμε ότι την ίδια περίπου θέση υποστήριξε ως πρωθυπουργός και ο Κώστας Σημίτης, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την τότε αντιπολίτευση και σημερινή κυβέρνηση να χαρακτηρίσει τον τότε πρωθυπουργό «αρχιερέα» της διαπλοκής και της διαφθοράς.
Ο τρόπος της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης φαίνεται ορθός και αδιάβλητος. Και αν ακόμη δεν είναι, όπως πιστεύουν σχεδόν οι πάντες, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι είναι, χωρίς τα πράγματα να αλλάζουν σημαντικά. Ούτε πιο αποτελεσματική θα γίνει η Δικαιοσύνη ούτε, κυρίως, θα αλλάξουν τα κριτήριά της. Για κάθε παράνομη πράξη η Δικαιοσύνη ψάχνει να βρει ενόχους και δόλο ενοχής. Πάρτε για παράδειγμα τα ομόλογα. Κατ’ αρχήν αμφισβητείται αν η αγορά δομημένου ομολόγου είναι παράνομη πράξη. Το ίδιο αμφισβητείται αν η κερδοσκοπία μέσω του Χρηματιστηρίου είναι οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση παράνομη πράξη. Για να είναι παράνομες αυτές οι πράξεις χρειάζεται να αποδειχθεί ότι κάποιοι, μέσω αυτών των πράξεων και με δόλια μέσα, απεκόμισαν όφελος εις βάρος κάποιου άλλου. Τι να κάνουμε, αυτά περίπου είναι τα κριτήρια της Δικαιοσύνης και πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι όταν τα ακολουθεί και τα εφαρμόζει με ευθυκρισία και προπαντός, με ανεξαρτησία και αμεροληψία.
Τι κάνουμε, όμως, όταν η διαπλοκή της εποχής Σημίτη αλλά και μετά αποτελεί τρόπο διακυβέρνησης; Τι κάνουμε όταν τα πολιτικά κόμματα χρηματίζονται για να πάρουν συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις για την ανάθεση συγκεκριμένων έργων και προμηθειών, όπως συνέβη με τις συμβάσεις του ΟΤΕ το 1990; Και τι κάνουμε τώρα που η Siemens ομολογεί ότι διέθετε το 2% του τεράστιου τζίρου της για να χρηματοδοτεί κυβερνήσεις, υπουργούς, πολιτικά κόμματα, πολιτικούς και στελέχη για να κάνει τη δουλειά της άνετα και προνομιακά έναντι των ανταγωνιστών της; Και όταν ήδη υπάρχει η ομολογία ενός πολιτικού ότι έλαβε, για το κόμμα του (όπως ισχυρίζεται), ένα σεβαστό ποσό;
Οι υποθέσεις αυτές είναι οπωσδήποτε δικαστικές, αλλά δεν είναι μόνο δικαστικές. Είναι ταυτόχρονα και πολιτικές, είναι κυρίως πολιτικές, γιατί αφορούν στην ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας και στον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα. Απαιτούν πολιτικές πρωτοβουλίες κυρίως από τα δύο κόμματα, τα επιλεγόμενα εξουσίας.
Το πρώτο που περιμέναμε είναι μια σαφής τοποθέτηση έναντι της Siemens. Πρέπει να εξαναγκασθεί να μας πει πόσα χρήματα έδωσε, πού τα έδωσε, για ποιο σκοπό και με ποιο είδος συναλλαγής. Αν διακινούσε «μαύρο χρήμα», όπως ομολογεί, τον λόγο έχουν, χωρίς χρονοτριβή, οι εξελεγκτικές και φορολογικές αρχές. Και αν ακολουθώντας αυτή την τακτική του χρηματισμού για να εξασφαλίζει «δουλειές» προκάλεσε ζημιά στο κράτος ή σε κρατικές επιχειρήσεις, η ζημιά αυτή να αποτιμηθεί και με αγωγές να επιδιωχθεί η αποζημίωση. Και, τέλος, ας κάνει σαφές η κυβέρνηση ποια η θέση αυτής της εταιρείας στην αγορά μας και αν θα της επιτραπεί να συνεχίσει τις δραστηριότητές της με τις ίδιες μεθόδους. Ολα αυτά και ενδεχομένως και άλλα, διαμορφώνουν μια θέση απέναντι στην εταιρεία και στις μεθόδους που εφαρμόζει, μια θέση ουσιαστικά πολιτική, έστω και αν στην εφαρμογή της απαιτείται και η δικαστική συνδρομή. Εχει σημασία αυτή η θέση και για άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των δημοσίων έργων και των προμηθειών. Κάποτε, κάποιος πρέπει να τους δώσει να καταλάβουν ότι η χώρα δεν είναι ξέφραγο αμπέλι…
Ολοι γνωρίζουμε πώς λειτουργούν τα κόμματα και πώς καλύπτουν τις ανάγκες τους. Ιδίως τα δύο μεγάλα, τα επιλεγόμενα εξουσίας. Δεν θα περιμέναμε ούτε από τους αρχηγούς ούτε από τα στελέχη να εμφανισθούν στη Βουλή και σε μια έκρηξη ειλικρίνειας να μας πουν πώς λειτουργεί η διαφθορά και η διαπλοκή, αλλά και πώς κατασκευάζεται ο θόρυβος για τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Αν και μια τέτοια απίθανη έκρηξη ειλικρίνειας από αρχηγούς που πιστεύουμε ότι είναι έντιμοι, θα μπορούσε να ήταν μια συγκλονιστική πολιτική θέση, που θα έβγαζε τον πολιτικό λόγο από τη σημερινή ξύλινη υποκρισία. Και θα χάραζε για όλους, οπαδούς και αντιπάλους, συνεργάτες και μη, την κόκκινη γραμμή ανάμεσα στο ηθικό και το ανήθικο, στο τι επιτρέπεται και τι όχι για όσους φιλοδοξούν να ασκήσουν το λειτούργημα της πολιτικής.
Τέτοια έκρηξη ειλικρίνειας πραγματικά δεν περιμένουμε και δεν περιμένουμε την επανασήμανση της πολιτικής. Περιμέναμε, όμως, μέτρα που να καθιστούν διαφανή τη χρηματοδότηση των κομμάτων με τον έλεγχο των δαπανών και των εσόδων. Οχι μόνο των κομμάτων, αλλά και των πολιτικών. Ο σημερινός έλεγχος των δαπανών κομμάτων και πολιτικών είναι μια κωμωδία. Είναι σημαντικό να ξέρουμε αν έχουμε την ευχέρεια να μάθουμε ποιοι δίνουν χρήματα στα κόμματα και στους πολιτικούς, πόσα δίνουν και πώς αυτά δαπανώνται. Οταν τα γνωρίζουμε αυτά μπορούμε να σχηματίσουμε άποψη για οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ της πολιτικής, του πολιτικού και του χρηματοδότη.
Κάποτε, οι πολιτικοί έβγαιναν από την πολιτική φτωχότεροι. Σήμερα, άναυδοι παρατηρούμε την προκλητική ευμάρεια μερικών πολιτικών, τις πολυτελείς, ενίοτε και μεγαλοπρεπείς, κατοικίες, τα πολυτελή αυτοκίνητα και τον προκλητικό τρόπο της ζωής των. Να είναι καλά οι άνθρωποι και να περνούν καλά! Υποτίθεται, όμως, ότι για όλα αυτά ισχύει το «πόθεν έσχες», όπως ισχύει και για τους δημοσιογράφους. Αμφιβάλλω αν ποτέ ασχολήθηκε κάποιος στα σοβαρά με το «πόθεν έσχες». Υποβάλλονται κάθε χρόνο οι δηλώσεις και αμφιβάλλω αν κάποιος τις βλέπει, αν συγκρίνει τα περιουσιακά στοιχεία της μιας χρονιάς με της προηγούμενης και αν ζητάει να πληροφορηθεί την αιτία και την πηγή της μεταβολής.
Η πολιτική έγινε περίπλοκη και δαπανηρή. Δεν σημαίνει ότι είναι και σοφότερη. Το αντίθετο θα έλεγα. Θα μπορούσε ίσως να είναι πιο απλή και πιο φτηνή. Πιο σεμνή και πιο ταπεινή, λιγότερο φανταχτερή και αλαζονική. Πιο διαφανής. Τότε, θα μπορούσαμε ίσως να ελπίζουμε ότι θα ήταν περισσότερο σοφή και περισσότερο χρήσιμη. Στις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών απεικονίζονται ανάγλυφα η αυταρέσκεια και η δυσπιστία, ίσως και η περιφρόνηση για την πολιτική και τους πολιτικούς. Το πώς θα βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο της καχυποψίας δεν είναι πάντοτε υπόθεση του εισαγγελέως και των δικαστηρίων. Πιο πολύ χρειάζονται γενναίες πολιτικές πρωτοβουλίες, με ειλικρίνεια και φαντασία.