«Κόκκινη κάρτα» έδειξαν σύσσωμα τα πολιτικά κόμματα στον «πράσινο» (λόγω φιλοπαναθηναϊκών αισθημάτων) αντιπρόεδρο της ΜΙG κ. Αν. Βγενόπουλο. Το πολιτικό σύστημα δεν άντεξε τις προκλήσεις του και πέρασε στην αντεπίθεση, θέλοντας να υπερασπιστεί το δικαίωμα της πολιτικής κριτικής το οποίο αμφισβητείται όχι από έναν πολιτικό αλλά από έναν εκπρόσωπο επιχειρηματικών συμφερόντων με πρωτοφανή τρόπο. Με βασικά ερωτήματα «πού το πάει» και «τι ακριβώς επιδιώκει» ο κ. Βγενόπουλος, πολιτικοί όλων των κομμάτων συγκρότησαν μέτωπο εναντίον του, αν και με διαφορετική επιχειρηματολογία, και μίλησαν για φαινόμενα «μπερλουσκονισμού». Εξάλλου η πρωτόγνωρη ενέργεια για τα χρονικά της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου να καταθέσει και δεύτερη αγωγή, αυτή τη φορά κατά του προέδρου του ΠαΣοΚ κ. Γ. Παπανδρέου (είχε προηγηθεί η αγωγή κατά του προέδρου του ΣΥΝ κ. Αλ. Τσίπρα), διαμόρφωσε ένα πολύ αρνητικό κλίμα. Και δεν έφτανε μόνη η κίνηση κατά των πολιτικών, στο στόχαστρο του κ. Βγενόπουλου βρίσκονται και οι συνδικαλιστές. Ο κ. Βγενόπουλος κατάθεσε αγωγή και κατά του οργανωτικού γραμματέα της ΟΜΕ-ΟΤΕ κ. Β. Κούφη, ζητώντας του 100.000 ευρώ για «ενορχηστρωμένη και κακοπροαίρετη επίθεση» εναντίον της εταιρείας. Ο δικηγόρος κ. Βγενόπουλος, ο οποίος πριν από την πρώτη αγωγή κατά του κ. Τσίπρα έλεγε ότι τον «πολεμάει το κατεστημένο», το οποίο δεν προσδιόριζε, θεωρείται για στελέχη κυρίως της ΝΔ και του ΠαΣοΚ ένας πολύ προκλητικός παίκτης που παίζει με την πολιτική φωτιά. Και δεν έφτανε αυτό, η Μarfin ξεπέρασε κάθε όριο και απάντησε με σκληρή και ειρωνική ανακοίνωση. Ανέτρεψε την παραδοσιακή σχέση ισορροπίας πολιτικών και επιχειρηματιών σε μια προσπάθεια- όπως λένε πολιτικά στελέχη- απαξίωσης της πολιτικής ζωής και βασικών εκφραστών της και ποινικοποίησης του πολιτικού λόγου. Η κυβέρνηση με καθυστέρηση δύο ημερών απέφυγε να καταδικάσει την κίνηση του κ. Βγενόπουλου και την τιμή της πολιτικής έσωσε κυρίως ο πρόεδρος της Βουλής κ. Δ. Σιούφας, ο οποίος με μια σκληρή δήλωσή έστειλε μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση, τονίζοντας: «Ως πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων επιθυμώ να τονίσω ότι οι απόψεις και οι πολιτικές θέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο Κοινοβούλιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μεταφέρονται στις αίθουσες των δικαστηρίων» .
Για το ΠαΣοΚ η κίνηση του κ. Βγενόπουλου είναι casus belli και όπως είπε ο εκπρόσωπος Τύπου της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Γ. Παπακωνσταντίνου «πηγαίνουμε σε έναν “μπερλουσκονισμό” στην Ελλάδα με αυτά που γίνονται» μιλώντας για μείζον ζήτημα δημοκρατίας. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ κ. Ευ. Βενιζέλος μίλησε για προσβολή των θεσμών και για σιωπή της κυβέρνησης στο φαινόμενο των αγωγών και ανέφερε ότι η κυβέρνηση τον αποζημίωσε (σ.σ.: τον κ. Βγενόπουλο) μέσω του υπερτιμήματος που εισέπραξε η ΜΙG για τον ΟΤΕ. Ο βουλευτής του ΠαΣοΚ κ. Χρ. Παπουτσής τόνισε ότι πρόκειται για επίδειξη θράσους και συμπλήρωσε: «Είναι σοβαρότατες οι ευθύνες της κυβέρνησης, η οποία με την ανοχή της επιβεβαιώνει στην ουσία όλες τις παρασκηνιακές συνεργασίες που τόσο καιρό καταγγέλλουμε» .
Ενώπιον της γενικής κατακραυγής από τον πολιτικό κόσμο, η Μarfin Ιnvestment Group προσπάθησε να δικαιολογήσει την προκλητική για τον πολιτικό κόσμο ενέργειά της, υποστηρίζοντας ότι κατατέθηκε αγωγή ανταποκρινόμενη σε παλαιότερη δήλωση του κ. Παπανδρέου. Στην ανακοίνωση της εταιρείας γίνεται αναφορά για βάναυση, υβριστική και δυσφημιστική επίθεση κατά της ΜΙG και πρόκληση του κ. Παπανδρέου στη Βουλή όπου δεσμεύτηκε να αποποιηθεί της βουλευτικής του ασυλίας («για να μην υπάρχει άλλοθι»).
«Κάτω από αυτές τις συνθήκες η αυτονόητη κατάθεση της αγωγής μας δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται σήμερα “επίδειξη θράσους”. Αλλωστε η συντεχνιακή άποψη ορισμένων πολιτικών ότι ο πολιτικός λόγος δεν έχει όρια και δεν χρειάζεται τεκμηρίωση είναι λανθασμένη» επισημαίνεται στην ανακοίνωση που ολοκληρώνεται ως εξής: «Οι ατεκμηρίωτες εκφράσεις ως προς εμάς που ξεπερνούν τα όρια του θεμιτού πολιτικού λόγου και για τις οποίες ενάγεται ο κ. Γ. Παπανδρέου είναι “αδιαφανής συναλλαγή”, “εκκολαπτόμενο σκάνδαλο”, “υποκρύπτουσα παράνομη χρηματική συναλλαγή”, “κάτω από το τραπέζι”, “μάθημα κλεπτοκρατικού καπιταλισμού”, “έκφραση διαπλοκής και διαφθοράς” βάσει των οποίων ο εναγόμενος αξίωσε από την έδρα της Βουλής την επέμβαση του εισαγγελέα». [ ΡΕΠΟΡΤΑΖ Α. ΡΑΒΑΝΟΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 20/5/2008]